Επιμέλεια. Μια λέξη που ηχεί σαν τεχνικός όρος, αλλά κρύβει μέσα της ένα ολόκληρο ταξίδι. Ένας μακρύς δρόμος μέσα στις λέξεις, μα και μέσα μου. Γιατί η επιμέλεια δεν αφορούσε μόνο το βιβλίο μου. Αφορούσε εμένα. Τον τρόπο που έβλεπα τη δουλειά μου.
Μου έμαθε, όμως, κάτι πολύτιμο, πως ακόμη και το πιο προσωπικό κείμενο μπορεί να ξαναγεννηθεί όταν το κοιτάξεις μέσα από τα μάτια ενός αντικειμενικού επαγγελματία.
Άνοιξα το αρχείο με λαχτάρα. Με ανυπομονησία για το επόμενο βήμα, αλλά και με φόβο για το άγνωστο. Δεν ήμουν έτοιμη. Ήξερα τι με περίμενε, αλλά ήλπιζα πως ίσως… ίσως δεν θα ήταν τόσο τραγικό όσο φοβόμουν.
Η επιμέλεια άργησε να ολοκληρωθεί περισσότερο απ’ όσο είχα φανταστεί, και αυτό με γέμισε με διλήμματα. Δεν τολμούσα να το δώσω για αξιολόγηση σε εκδοτικό για πάρα πολλά χρόνια. Και τώρα που βρήκα το θάρρος, χάρη στην τρυφερή παρέμβαση μιας αγαπημένης φίλης, να το στείλω και να πιστέψω επιτέλους στη δυνατότητα να το δω τυπωμένο στα χέρια μου, γεννήθηκε ξανά η αμφιβολία: “Έκανα άραγε σωστά που προχώρησα”;
Από την άλλη, όμως, η απάντηση από τον εκδοτικό ήταν θετική. Η συμφωνία ολοκληρώθηκε και η διαδικασία είχε πια ξεκινήσει.
Το είχα γράψει με την ψυχή μου. Είχα πλάσει τις λέξεις με τα χέρια της καρδιάς μου, είχα ξενυχτήσει, είχα γράψει και ξαναγράψει, ώσπου το “τέλος” να μοιάζει πια λυτρωτικό.
Κι όμως, όταν ήρθε η επιμέλεια, όλα μπήκαν κάτω από ένα μικροσκόπιο. Και μαζί τους, κι εγώ.
Η πρώτη ματιά στις διορθώσεις δεν ήταν ευχάριστη, αλλά ούτε και τόσο τραγική τελικά. Ήταν αποκαλυπτική. Σαν να διάβαζα το έργο μου με άλλα μάτια. Πιο ψύχραιμα. Πιο αυστηρά. Μα και γεμάτα φροντίδα.
Σημειώσεις στο πλάι. Προτάσεις που αλλοιώνονταν. Λέξεις που θεωρούσα ποιητικές, μα τώρα φάνταζαν περιττές. Ασήμαντα ίσως, μα υπαρκτά. Λάθη που μου υπενθύμιζαν πόσο σύνθετη, βαθιά και ανεξάντλητη είναι η Ελληνική μας γλώσσα.
Ένιωσα εκτεθειμένη. Σαν να μου αφαιρούσαν τον μανδύα και έβλεπαν το κείμενο γυμνό. Σαν να περνούσαν οι προτάσεις μου από δίκη, και κάθε σχόλιο ήταν μια πρόσκληση να σταθώ συνήγορος στο πλευρό τους. Κι όμως, ανάμεσα στις ανασφάλειες και τα σφιγμένα χείλη, υπήρχε και κάτι άλλο. Ευγνωμοσύνη.
Γιατί κατάλαβα πως η επιμέλεια δεν ήρθε για να πληγώσει.
Ήρθε να κρατήσει καθρέφτη. Να με ρωτήσει: “Αυτό ήθελες να πεις; Μήπως μπορείς να το εκφράσεις καλύτερα; Έχεις κάτι να προσθέσεις;”
Και σε κάθε τέτοια ερώτηση, εγώ μεγάλωνα. Ως συγγραφέας. Ναι, άρχισα να αποδέχομαι αυτόν τον τίτλο, να αποκαλώ τον εαυτό μου συγγραφέα. Δεν τολμούσα να αγγίξω αυτή τη λέξη, που από μικρό παιδί ονειρευόμουν. Και ως άνθρωπος που μαθαίνει να ξαναβλέπει τα έργα του. Όχι πια για να τα απαρνιέται, αλλά και χωρίς να τα εξιδανικεύει.
Ίσως αυτή να είναι η ουσία της επιμέλειας. Όχι να διορθώσεις απλώς ένα κείμενο. Αλλά να το ξαναδείς. Να το ξανά αγαπήσεις. Και να του βάλεις εκείνη την πινελιά, που θα του δώσει τη λάμψη που του αξίζει.
Δεν ξέρω ακόμη πού θα με οδηγήσει αυτή η διαδρομή. Δεν είναι εύκολη. Με ξεγυμνώνει, με φέρνει αντιμέτωπη με τις λέξεις μου, με όσα πίστευα πως είχα ήδη τελειώσει. Μα ίσως αυτό είναι και το δώρο της επιμέλειας: Δεν σου ζητά να ξέρεις. Σου ζητά να σταθείς, να δεις, να ξαναδείς. Και να προχωρήσεις.
Η ιστορία μου είναι ακόμη εκεί. Και εγώ, για πρώτη φορά, την κοιτάζω αλλιώς, όπως η μάνα το παιδί που θέλει να του προσφέρει όλα τα εφόδια για μια καλή ζωή.