Δεν συνηθίζω να γράφω κριτικές βιβλίων – κάτι που φαντάζομαι πως το έχετε καταλάβει. Δεν ξέρω καν από πού να αρχίσω για μια κριτική. Ίσως κάποιες παρουσιάσεις. Κι όμως, ούτε αυτό το κάνω «σωστά». Όταν διαβάζω ένα βιβλίο, απλά νιώθω. Κι ο παλμός του παίρνει τον χτύπο της καρδιάς μου, βάσει της περιόδου που διανύω. Για παράδειγμα, ένα βιβλίο που με καταρράκωσε στα 16 μου, στα 40 μου προκάλεσε οργή.
Θέλω, όμως, να πω δυο λόγια για το βιβλίο της Μαρίας, «Σαμποτάζ στον Έρωτα».

Είναι ένα μυθιστόρημα που ξεκινά με άρωμα καλοκαιριού. Ανάλαφρο, διασκεδαστικό και τόσο προσιτό. Κυλά τόσο γρήγορα, δημιουργώντας τη μία εικόνα μετά την άλλη, και σε καλεί να ταυτιστείς με την ηρωίδα, αναμένοντας την επιλογή της ανάμεσα στους δύο «γίγαντες» που εισέβαλαν στη ζωή της. Η πένα της Μαρίας γλιστρά ομαλά και με χάρη, παρασύροντάς σε σε στιγμές ξεκούρασης από τον τρελό ρυθμό της καθημερινότητας.
Κι εκεί που η ρομαντική ιστορία απλωνόταν, μυστικά ξεκίνησαν να ξεδιπλώνονται… Το σασπένς ενός εγκλήματος έκανε την είσοδό του σαν ένα αιφνίδιο, σκοτεινό μοτίβο.
Μια σκηνή σε αυτό το μυθιστόρημα με έκανε να δακρύσω και να δω, μέσα από τα μάτια της Αθανασίας, τον μεγαλύτερό μου φόβο σε αυτή τη φάση της ζωής μου. Ίσως μια σκηνή που θα περάσει σχεδόν απαρατήρητη από τους πλείστους, αλλά καθοριστική για την πορεία της πλοκής και τον ψυχισμό της ηρωίδας. Αυτό το δάκρυ μου, η αναστάτωση που με κυρίευσε εκείνη τη στιγμή, με οδήγησαν στην ανάγκη να γράψω δυο λόγια για το βιβλίο∙ για να ευχαριστήσω τη Μαρία που μου θύμισε ξανά πως κάποια «σ’ αγαπώ» πρέπει να λέγονται πιο συχνά, γιατί ποτέ δεν ξέρεις…
Αν σου αρέσουν οι ιστορίες αγάπης, τότε το «Σαμποτάζ στον Έρωτα» είναι για σένα. Ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, με έντονη πλοκή και όμορφες, κινηματογραφικές εικόνες.